Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΣΚΕΥΗ ΠΡΙΝ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ

 

Υπάρχουν μέρες που, όταν ξεκινούν, μοιάζουν εντελώς συνηθισμένες. Ένα κλειδί στην τσέπη, ένας καφές στο χέρι, το γνώριμο περπάτημα μέχρι το μαγαζί. Μόνο που εκείνη η μέρα ήταν διαφορετική.
Ο παλιός ηλεκτρονικός στάθηκε για λίγο μπροστά στο ρολό. Το κοίταξε όπως το είχε κοιτάξει χιλιάδες φορές στη ζωή του. Μόνο που αυτή τη φορά ήξερε κάτι που το ρολό δεν ήξερε ακόμη.
Σήμερα θα ανέβαινε για τελευταία φορά.
Έβαλε το κλειδί. Η κλειδαριά έκανε εκείνον τον γνώριμο ήχο. Σήκωσε το ρολό αργά και μπήκε μέσα.
Η μυρωδιά ήταν η ίδια.
Καλάι. Σκόνη. Παλιό ξύλο. Χαρτί από service manual (εγχειρίδια επισκευής). Λίγο λάδι από εργαλεία. Και εκείνη η ιδιαίτερη μυρωδιά που είχαν τα εργαστήρια ηλεκτρονικών και που όσοι την έζησαν δεν την ξεχνούν ποτέ.
Άναψε το φως.
Και ξαφνικά φάνηκαν όλα.
Ο παλιός παλμογράφος. Το αναλογικό πολύμετρο. Τα συρτάρια με τις αντιστάσεις. Τα κουτάκια με τους πυκνωτές. Μερικές λυχνίες που είχαν μείνει ξεχασμένες. Ένα κολλητήρι ακουμπισμένο όπως πάντα στη βάση του.
Και ο πάγκος.
Εκείνος ο πάγκος.
Πόσες ώρες ζωής είχαν περάσει πάνω του;
Πόσες τηλεοράσεις είχαν ανοίξει εκεί; Πόσα ραδιόφωνα; Πόσα κασετόφωνα, ενισχυτές, πικάπ, πομποδέκτες;
Πόσες φορές είχε σκύψει πάνω από μια βλάβη και είχε πει:
«Δεν θα μου ξεφύγεις…»
Και τελικά δεν του ξέφευγε.
Στη γωνία υπήρχε ακόμη μια συσκευή.
Η τελευταία.
Ένα παλιό ραδιόφωνο που του είχε αφήσει ένας άνθρωπος πριν λίγες μέρες.
«Μάστορα, αν μπορείς ρίξε μια ματιά… το έχω από τον πατέρα μου.»
Αυτή η φράση ήταν αρκετή.
Ο τεχνικός κάθισε στον πάγκο.
Φόρεσε τα γυαλιά του.
Άνοιξε προσεκτικά το πίσω μέρος.
Έκανε αυτό που έκανε μια ολόκληρη ζωή.
Μέτρησε.
Κοίταξε.
Ξαναμέτρησε.
Έπιασε το κολλητήρι.
Τα χέρια του δεν ήταν πια όπως παλιά. Είχαν ρυτίδες. Είχαν σημάδια. Ίσως έτρεμαν λίγο περισσότερο.
Αλλά ήξεραν ακόμη.
Τα χέρια θυμούνται πράγματα που το μυαλό ξεχνά.
Λίγη ώρα αργότερα, το παλιό ραδιόφωνο άναψε.
Στην αρχή ένας θόρυβος.
Μετά μια φωνή.
Και ύστερα μουσική.
Ο παλιός ηλεκτρονικός δεν είπε τίποτα.
Απλώς έμεινε για λίγο ακίνητος.
Κοίταξε το ραδιόφωνο.
Και χαμογέλασε.
Ίσως εκείνη τη στιγμή να πέρασαν από μπροστά του σαράντα χρόνια.
Η πρώτη μέρα που είχε ανοίξει το μαγαζί.
Ο πρώτος πελάτης.
Η πρώτη δύσκολη βλάβη.
Ο πρώτος παλμογράφος που είχε αγοράσει με οικονομίες.
Οι συνάδελφοι που περνούσαν για καφέ.
Ο μαθητευόμενος που στεκόταν δίπλα του και ρωτούσε συνέχεια.
«Μάστορα, αυτό γιατί το μετράμε εδώ;»
Οι πελάτες που έγιναν φίλοι.
Οι φίλοι που πέρασαν κάποτε από την πόρτα και σήμερα δεν υπάρχουν πια.
Οι φωνές.
Τα γέλια.
Οι κουβέντες.
Τα τηλέφωνα που χτυπούσαν.
«Μάστορα, δεν έχει εικόνα.»
«Μάστορα, δεν ακούγεται.»
«Μάστορα, μπορείς να περάσεις από το σπίτι;»
Κάποτε αυτή η λέξη ακουγόταν δεκάδες φορές τη μέρα.
Μάστορα.
Τι όμορφη λέξη.
Δεν σήμαινε μόνο επάγγελμα.
Σήμαινε εμπιστοσύνη.
Σήμαινε ότι κάποιος πίστευε στα χέρια σου.
Ο άνθρωπος που είχε φέρει το ραδιόφωνο ήρθε το μεσημέρι.
Ο τεχνικός τού το έδωσε.
«Έτοιμο.»
Εκείνος άνοιξε τον διακόπτη, άκουσε τον ήχο και χαμογέλασε.
«Να ’σαι καλά, μάστορα. Μου έφτιαξες κάτι που για μένα δεν έχει τιμή.»
Ο παλιός ηλεκτρονικός χαμογέλασε.
Ίσως εκείνος ο πελάτης να μην το γνώριζε.
Αλλά μόλις είχε παραλάβει την τελευταία συσκευή που θα επισκεύαζε ποτέ εκείνος ο άνθρωπος σ’ εκείνον τον πάγκο.
Η πόρτα έκλεισε.
Το εργαστήριο ησύχασε.
Και τότε ξεκίνησε το δυσκολότερο κομμάτι της ημέρας.
Όχι η βλάβη.
Το αντίο.
Ο τεχνικός άρχισε να μαζεύει.
Έβαλε μερικά κατσαβίδια στη θέση τους.
Έκλεισε τα συρτάρια.
Πήρε στα χέρια του ένα παλιό πολύμετρο και το κοίταξε για λίγο.
Πόσες φορές είχε εμπιστευτεί αυτή τη βελόνα;
Άγγιξε τον παλμογράφο.
Πέρασε το χέρι πάνω από τον πάγκο.
Και μέσα στα σημάδια του ξύλου ήταν κρυμμένη μια ολόκληρη ζωή.
Μια μικρή καμένη περιοχή από κολλητήρι.
Μια τρύπα από βίδα.
Μια γραμμή από κατσαβίδι.
Ένα παλιό μολυβένιο σημάδι.
Για οποιονδήποτε άλλον ήταν ένας παλιός πάγκος.
Για εκείνον ήταν ημερολόγιο.
Σε μια γωνία βρήκε ένα παλιό τετράδιο.
Το άνοιξε.
Ονόματα.
Τηλέφωνα.
Συσκευές.
«Τηλεόραση – χωρίς εικόνα.»
«Ραδιόφωνο – διακοπές.»
«Ενισχυτής – ένα κανάλι.»
Και δίπλα σε κάποια ονόματα άνθρωποι που είχαν φύγει από τη ζωή εδώ και χρόνια.
Έκλεισε το τετράδιο.
Εκεί ίσως ήταν η στιγμή που λύγισε περισσότερο.
Γιατί δεν κρατούσε στα χέρια του ένα τετράδιο επισκευών.
Κρατούσε ανθρώπους.
Κρατούσε χρόνια.
Κρατούσε ένα κομμάτι από τη ζωή του.
Αργά το απόγευμα έσβησε το φως πάνω από τον πάγκο.
Μετά το δεύτερο.
Μετά το τρίτο.
Το εργαστήριο σκοτείνιασε.
Μόνο λίγο φως από τον δρόμο έμπαινε από την πόρτα.
Στάθηκε στο κατώφλι.
Γύρισε και κοίταξε μέσα άλλη μια φορά.
Ίσως ήθελε να θυμηθεί ακριβώς πώς ήταν.
Ίσως να φοβόταν ότι κάποια μέρα θα ξεχάσει.
Αλλά κάποια πράγματα δεν ξεχνιούνται.
Έβγαλε το κλειδί.
Έπιασε το ρολό.
Και άρχισε να το κατεβάζει.
Σιγά.
Ο ήχος του μετάλλου ακουγόταν στον δρόμο.
Μισό μέτρο.
Ένα μέτρο.
Λίγο ακόμη.
Μέχρι που ο πάγκος εξαφανίστηκε από τα μάτια του.
Μετά ο παλμογράφος.
Μετά τα συρτάρια.
Μετά το φως.
Και στο τέλος…
τίποτα.
Το ρολό έκλεισε.
Χρειάστηκαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα.
Πίσω του όμως είχαν μείνει σαράντα χρόνια ζωής.
Σαράντα χρόνια ανθρώπων.
Σαράντα χρόνια φιλίας.
Σαράντα χρόνια από «καλημέρα μάστορα».
Και ίσως την ώρα που έβαζε για τελευταία φορά το κλειδί στην τσέπη, να κατάλαβε κάτι που όλοι καταλαβαίνουμε αργά:
Δεν μας λείπουν τελικά μόνο τα παλιά εργαλεία.
Δεν μας λείπουν οι τηλεοράσεις με τις λυχνίες.
Δεν μας λείπουν τα ραδιόφωνα και τα κασετόφωνα.
Μας λείπει ο εαυτός μας όπως ήταν τότε.
Μας λείπουν οι άνθρωποι που ήταν δίπλα μας.
Μας λείπει εκείνος ο φίλος που άνοιγε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει.
Ο συνάδελφος που ερχόταν για καφέ.
Ο πατέρας που κάποτε πέρασε να μας δει στη δουλειά.
Το παιδί μας που ερχόταν μικρό στο εργαστήριο και σήμερα έχει δικά του παιδιά.
Μας λείπουν οι μέρες που τότε θεωρούσαμε απλές.
Και που σήμερα θα δίναμε τα πάντα για να ζήσουμε άλλη μία.
Γι’ αυτό αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στα μεγάλα παιδιά της ομάδας μας.
Σε όσους πέρασαν μια ζωή πάνω από έναν πάγκο.
Σε όσους κάποτε ανέβασαν για πρώτη φορά ένα ρολό γεμάτοι όνειρα.
Και σε όσους κάποια μέρα αναγκάστηκαν να το κατεβάσουν για τελευταία φορά.
Μην ντρέπεστε αν σήμερα, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, τα μάτια βούρκωσαν λίγο.
Δεν είναι για ένα παλιό μαγαζί.
Είναι για τα χρόνια μας.
Είναι για τους ανθρώπους μας.
Είναι για μια ζωή που πέρασε γρηγορότερα απ’ όσο πιστεύαμε.
Και για μια εποχή που μπορεί να τελείωσε…
αλλά όσο τη θυμόμαστε,
το φως στο παλιό εργαστήριο δεν θα σβήσει ποτέ.
Και θα ήθελα σήμερα από τα μεγάλα παιδιά της παρέας μας να γράψουν μόνο κάτι πολύ απλό:
Αν μπορούσατε να ανοίξετε ξανά για μία μόνο μέρα το παλιό σας εργαστήριο, ποιον άνθρωπο θα θέλατε να περάσει πρώτος την πόρτα και να σας πει ξανά…
«Καλημέρα, μάστορα.»
 
ΕΠΟΜΕΝΟ
« Prev Post
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ
Next Post »

Δημοφιλείς αναρτήσεις 7 ημερών




ΧΑΡΗΣ ΜΑΡΚΑΤΟΣ
ΠΕΝΥ ΤΣΑΚΙΡΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΤΡΙΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΥΡΙΑΚΗ